Άρθρο της Μ. Τσοπελογιάννη : «Ανθρωποκτονία από πρόθεση και ανθρωποκτονία από αμέλεια: θεωρητικά θεμέλια και όρια διάκρισης»

Η διάκριση ανάμεσα στην ανθρωποκτονία από πρόθεση και την ανθρωποκτονία από αμέλεια αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και απαιτητικά ζητήματα του ποινικού δικαίου. Παρά το ότι και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο—ο θάνατος ενός ανθρώπου—η νομική, ηθική και κοινωνική αξιολόγηση των πράξεων διαφέρει ριζικά. Το κρίσιμο στοιχείο που καθορίζει την κατηγορία είναι ο εσωτερικός κόσμος του δράστη: τι ήθελε, τι προέβλεψε, τι αποδέχθηκε και σε ποιο βαθμό μπορούσε να αποφύγει το αποτέλεσμα. Αυτές οι έννοιες, αν και νομικά διατυπωμένες, είναι βαθιά ανθρώπινες και συχνά αμφιλεγόμενες, γι’ αυτό και κάθε υπόθεση ανθρωποκτονίας μοιάζει με έναν ψυχολογικό και λογικό γρίφο που καλούνται να λύσουν δικαστές και εισαγγελείς.

Ανθρωποκτονία από πρόθεση υπάρχει όταν ο δράστης θέλησε τον θάνατο του άλλου. Η πρόθεση μπορεί να είναι άμεση, δηλαδή ο δράστης να είχε ξεκάθαρο σκοπό να σκοτώσει, ή ενδεχόμενη, όταν δεν ήθελε απαραίτητα το αποτέλεσμα, αλλά το προέβλεψε ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Αυτή η δεύτερη μορφή, η ενδεχόμενη, είναι η πιο αμφιλεγόμενη, διότι δεν βασίζεται σε μια ρητή επιθυμία «να σκοτώσω», αλλά σε μια στάση αδιαφορίας απέναντι σε ένα αποτέλεσμα που ο δράστης γνώριζε ότι μπορεί να προκύψει. Είναι αυτό που συχνά αποκαλείται «ήξερε ότι μπορεί να συμβεί, αλλά προχώρησε». Πρόκειται για μια έννοια που απαιτεί λεπτή αξιολόγηση της συμπεριφοράς: η ταχύτητα, η ένταση της πράξης, οι συνθήκες του συμβάντος, η προηγούμενη σχέση των εμπλεκομένων και ο τρόπος αντίδρασης πριν και μετά το γεγονός βοηθούν το δικαστήριο να εισχωρήσει, όσο γίνεται, στην ψυχολογία του δράστη.

Αντίθετα, στην ανθρωποκτονία από αμέλεια ο δράστης δεν ήθελε και δεν αποδέχθηκε τον θάνατο. Δεν υπήρχε επιθυμία, πρόθεση ή συναίνεση στο αποτέλεσμα. Υπήρχε, όμως, μια συμπεριφορά που δεν ανταποκρινόταν στην προσοχή και την επιμέλεια που απαιτούνταν. Η αμέλεια χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρόβλεψης εκεί όπου ένας μέσος συνετός άνθρωπος θα είχε προβλέψει το ενδεχόμενο. Δεν υπάρχει δηλαδή «αδιαφορία» για τη ζωή άλλου, αλλά μια αποτυχία να αντιληφθεί κανείς τον κίνδυνο που ο ίδιος δημιούργησε. Γι’ αυτό και η ηθική απαξία της αμέλειας θεωρείται πολύ μικρότερη από εκείνη της πρόθεσης: ο δράστης δεν ήταν εχθρικός προς το θύμα, απλώς απρόσεκτος.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο κατηγορίες φαίνεται εύκολη στη θεωρία, αλλά στην πράξη είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτη. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα τροχαίο ατύχημα. Ένας οδηγός που κινείται με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου, παραβιάζει κόκκινα φανάρια και οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ: αυτός ο άνθρωπος γνώριζε ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να προκαλέσει θάνατο. Αν το δεχόταν και συνέχιζε, τότε η πράξη του μπορεί να ξεφεύγει από τα όρια της αμέλειας και να προσεγγίζει τον ενδεχόμενο δόλο. Από την άλλη πλευρά, ένας οδηγός που έκανε ένα λανθασμένο χειρισμό για μια στιγμή, χωρίς άλλα επιβαρυντικά στοιχεία, οδηγείται σε μια διαφορετική αξιολόγηση. Στις καθημερινές αυτές περιπτώσεις η γραμμή ανάμεσα στις δύο μορφές ανθρωποκτονίας γίνεται εντυπωσιακά λεπτή και συχνά προκαλεί έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, όταν η κοινή γνώμη θεωρεί ότι μια πράξη ήταν «πολύ σοβαρή» για να θεωρηθεί απλώς αμέλεια.

Το ίδιο ισχύει και σε αντιπαραθέσεις. Ένα δυνατό χτύπημα που ο δράστης γνωρίζει ότι μπορεί να προκαλέσει θανατηφόρο τραυματισμό, αλλά το καταφέρει εν θερμώ, μπορεί να χαρακτηριστεί ενδεχόμενος δόλος. Όμως, αν το χτύπημα ήταν απρόσεκτο, χωρίς πρόθεση ή αποδοχή του κινδύνου, οδηγεί σε αμέλεια. Το δικαστήριο εξετάζει πάντα όχι μόνο την πράξη, αλλά και την ψυχολογική κατάσταση του δράστη: ήταν ψύχραιμος; είχε αυτοσυγκράτηση; ή έχασε τον έλεγχο; Αντιλήφθηκε τον κίνδυνο ή όχι;

Τελικά, η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην πρόθεση και την αμέλεια βρίσκεται στην εσωτερική στάση του δράστη απέναντι στο αποτέλεσμα. Η πρόθεση σχετίζεται με την αποδοχή του κινδύνου, ενώ η αμέλεια με την αποτυχία να τον αντιληφθεί. Κι όμως, αυτή η φαινομενικά «τεχνική» διάκριση οδηγεί σε εντελώς διαφορετικές ποινικές συνέπειες: η ανθρωποκτονία από πρόθεση είναι από τα βαρύτερα εγκλήματα του Ποινικού Κώδικα, ενώ η ανθρωποκτονία από αμέλεια μπορεί, ανάλογα με τις συνθήκες, να αντιμετωπιστεί ακόμη και με ποινές πολύ μικρής βαρύτητας.

Σε μια εποχή όπου τα όρια μεταξύ ατυχήματος και εγκληματικής συμπεριφοράς συχνά θολώνουν στη δημόσια συζήτηση, η κατανόηση αυτής της διάκρισης αποκτά τεράστια σημασία. Δεν είναι μόνο ένα νομικό ερώτημα, αλλά ένα βαθύ κοινωνικό και ηθικό δίλημμα: πότε κάποιος πρέπει να τιμωρείται ως δολοφόνος και πότε ως απρόσεκτος πολίτης; Η απάντηση δεν είναι ποτέ απλή—είναι όμως απαραίτητη για μια δίκαιη και ισορροπημένη απονομή δικαιοσύνης.

Μαργαρίτα Τσοπελογιάννη, Φοιτήτρια Νομικής (LL.B.) Δ.Π.Θ., M.Sc. Εφαρμοσμένη Λογιστική & Ελεγκτική, Απόφοιτη Οικονομικών Επιστημών ΕΚΠΑ