Άρθρο της Μ. Τσοπελογιάννη «Η απόπειρα ως αυτοτελής μορφή εγκλήματος»

Η απόπειρα αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ταυτόχρονα πιο σύνθετες έννοιες του Ποινικού Δικαίου, καθώς τοποθετείται στο μεταίχμιο μεταξύ της απλής εγκληματικής σκέψης και της πλήρους τέλεσης ενός εγκλήματος. Ο ποινικός νομοθέτης, αναγνωρίζοντας τη σημασία της έγκαιρης προστασίας των εννόμων αγαθών, αντιμετωπίζει την απόπειρα όχι ως δευτερεύουσα ή παρεπόμενη μορφή παραβατικότητας, αλλά ως αυτοτελή μορφή εγκλήματος, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ποινικού Κώδικα, απόπειρα υφίσταται όταν ο δράστης, έχοντας αποφασίσει να τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, αρχίζει την εκτέλεσή του, χωρίς όμως αυτό να ολοκληρωθεί. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει σαφώς ότι η απόπειρα προϋποθέτει δόλο, δηλαδή την πλήρη και συνειδητή βούληση του δράστη να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση ενός εγκλήματος. Η απλή σκέψη ή ο σχεδιασμός, παραμένουν ποινικά αδιάφορα, εφόσον δεν εκδηλώνονται με πράξεις που εντάσσονται στο στάδιο της εκτέλεσης.

Κεντρικό ζήτημα στη θεωρία και τη νομολογία αποτελεί η διάκριση μεταξύ προπαρασκευαστικών πράξεων και πράξεων εκτέλεσης. Οι πρώτες, όπως η προμήθεια μέσων ή η κατάστρωση σχεδίου, κατά κανόνα δεν θεμελιώνουν απόπειρα, εκτός αν ο νόμος ρητά ορίζει το αντίθετο. Αντιθέτως, πράξεις που συνδέονται άμεσα και αιτιωδώς με την προσβολή του εννόμου αγαθού σηματοδοτούν την έναρξη της εκτέλεσης και συνεπώς την ύπαρξη απόπειρας. Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε εύκολη και συχνά απαιτεί αξιολογική κρίση με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.

Η αυτοτελής ποινική απαξία της απόπειρας θεμελιώνεται τόσο στην επικινδυνότητα του δράστη όσο και στη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού. Αν και το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, η έννομη τάξη θεωρεί ότι η κοινωνική ειρήνη έχει ήδη διαταραχθεί, αφού ο δράστης έχει μετατρέψει την εγκληματική του πρόθεση σε εξωτερική πράξη. Παρά ταύτα, ο νομοθέτης αναγνωρίζει τη μειωμένη βαρύτητα της απόπειρας σε σχέση με το τετελεσμένο έγκλημα, προβλέποντας συνήθως επιεικέστερη ποινική μεταχείριση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο θεσμός της υπαναχώρησης, μέσω του οποίου ο δράστης που αποτρέπει οικειοθελώς την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να τύχει ατιμωρησίας. Ο θεσμός αυτός αναδεικνύει τον προληπτικό χαρακτήρα του Ποινικού Δικαίου και ενθαρρύνει την εγκατάλειψη της εγκληματικής συμπεριφοράς, ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο.

Συμπερασματικά, η απόπειρα ως αυτοτελής μορφή εγκλήματος αντανακλά στην προσπάθεια του Ποινικού Δικαίου να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας των εννόμων αγαθών και στον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας. Μέσα από τη ρύθμισή της, το ποινικό σύστημα παρεμβαίνει πριν την οριστική βλάβη, χωρίς όμως να εξισώνει πλήρως την απόπειρα με το τετελεσμένο έγκλημα. Έτσι, η απόπειρα λειτουργεί ως κρίσιμος θεσμός πρόληψης και έγκαιρης ποινικής αντίδρασης.