Άρθρο της Μ. Τσοπελογιάννη «Ποινικός Κώδικας και γυναικοκτονία-Τι πραγματικά χρειάζεται η κοινωνία μας»

Μαργαρίτα Τσοπελογιάννη, Φοιτήτρια Νομικής (LL.B.) Δ.Π.Θ., M.Sc. Εφαρμοσμένη Λογιστική & Ελεγκτική, Απόφοιτη Οικονομικών Επιστημών ΕΚΠΑ

Αναγνωρίζοντας πλήρως τη βαρύτητα αυτών των εγκλημάτων, αξίζει να μελετήσουμε εάν η προσθήκη ενός νέου, ξεχωριστού άρθρου στον Ποινικό Κώδικα αποτελεί πράγματι τη λύση στο πρόβλημα ή απλώς μια συμβολική κίνηση χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Η απάντηση κρύβεται όχι στη δημιουργία νέων εγκλημάτων, αλλά στην πρόληψη των υπαρχόντων.

Οι δολοφονίες γυναικών εξαιτίας του φύλου τους αποτελούν πραγματικότητα, με βαθιές κοινωνικές και πολιτισμικές ρίζες. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η βία κατά των γυναικών –ιδίως στο πλαίσιο της συντροφικής ή ενδοοικογενειακής σχέσης– πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρό και διακριτό φαινόμενο. Ωστόσο, το ερώτημα είναι αν αυτό το φαινόμενο απαιτεί ξεχωριστή τυποποίηση στον Ποινικό Κώδικα ή αν ήδη υπάρχει νομική κάλυψη. Η απάντηση, νομικά, είναι σαφής: Το άρθρο 299 Π.Κ. (Ανθρωποκτονία από πρόθεση) ήδη καλύπτει κάθε περίπτωση δολοφονίας – ανεξαρτήτως του φύλου του θύματος. Μάλιστα, σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας ή εγκλημάτων με ιδιαίτερη σκληρότητα, υπάρχουν επιβαρυντικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Ο Ποινικός Κώδικας έχει γενικές και αφηρημένες διατυπώσεις, ώστε να καλύπτει ποικιλία περιστάσεων. Αν για κάθε κοινωνικά φορτισμένο έγκλημα δημιουργούμε και νέο, ειδικό άρθρο, κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε υπερρύθμιση και ποινικό λαϊκισμό. Η δημιουργία ειδικού εγκλήματος «γυναικοκτονίας» μπορεί να οδηγήσει σε ρήγματα στην αρχή της ισότητας. Θα δημιουργήσει το ερώτημα: γιατί να τιμωρείται διαφορετικά μια δολοφονία βάσει του φύλου του θύματος; Και ποιος θα κρίνει αν το κίνητρο του δράστη ήταν πράγματι το φύλο; Πώς τεκμηριώνεται νομικά κάτι τόσο λεπτό, χωρίς να παραβιαστεί το τεκμήριο αθωότητας ή η ασφάλεια δικαίου;

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πώς θα τιμωρήσουμε περισσότερο όταν μια γυναίκα έχει ήδη χάσει τη ζωή της. Είναι πώς θα αποτρέψουμε το έγκλημα πριν συμβεί. Και εδώ είναι που ο νομοθέτης και η πολιτεία πρέπει να στραφούν: Στην ενίσχυση των κρατικών μηχανισμών πρόληψης και παρέμβασης. Στη στελέχωση κοινωνικών υπηρεσιών, γραμμών βοήθειας, ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Στην εκπαίδευση της αστυνομίας, ώστε να αναγνωρίζει έγκαιρα τον κίνδυνο. Στην ικανότητα του συστήματος να ακούει και να παρεμβαίνει εγκαίρως όταν μια γυναίκα απευθύνεται στις αρχές.

Αυτό είναι το στοίχημα που δεν κερδίζεται με αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα, αλλά με αλλαγή νοοτροπίας και πραγματικές κρατικές υποδομές.Η δημιουργία νέων άρθρων δεν εξαλείφει την παθογένεια· αντίθετα, δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι “κάτι άλλαξε “. Η γυναικοκτονία δεν είναι απλώς ένα νομικό φαινόμενο. Είναι κοινωνικό και πολιτισμικό πρόβλημα, και εκεί πρέπει να στοχεύσουμε. Η αυστηρότερη ποινή δεν σώζει ζωές — η πρόληψη τις σώζει.Ο Ποινικός Κώδικας δεν χρειάζεται να αποτυπώσει με νέα άρθρα αυτό που ήδη μπορεί να τιμωρήσει. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα κράτος παρόν, ενεργό, έτοιμο να δράσει προτού το έγκλημα ολοκληρωθεί.

Η πρόληψη ξεκινά με την ενίσχυση της αστυνομίας και των δικαστικών αρχών ως προς την αναγνώριση και διαχείριση περιστατικών έμφυλης βίας — με στοχευμένη εκπαίδευση και σαφή πρωτόκολλα παρέμβασης. Παράλληλα, η δημιουργία τοπικών δομών στήριξης θυμάτων (ξενώνες, ψυχολόγοι, νομική βοήθεια) μπορεί να λειτουργήσει σωτήρια πριν μια γυναίκα βρεθεί εγκλωβισμένη σε έναν κύκλο κακοποίησης που συχνά καταλήγει σε δολοφονία.

Επιπλέον, τα σχολεία, οι δήμοι και τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να συμμετέχουν στην ευρύτερη προσπάθεια πρόληψης με προγράμματα ενημέρωσης, ενδυνάμωσης και αποστιγματισμού των θυμάτων. Η ουσία είναι οτι όταν οι κρατικοί μηχανισμοί λειτουργούν έγκαιρα και συντονισμένα, το έγκλημα μπορεί να αποφευχθεί. Η ποινική κύρωση πρέπει να είναι το έσχατο μέσο – όχι η μοναδική μας απάντηση.