Υποθέσεις


Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, απόπειρες ανθρωποκτονίας, κακουργηματικές απάτες.
Η υπόθεση του Νίκου Κοντοστάθη, γνωστού και ως «Dr. Kontos», αποτελεί μία από τις σοβαρότερες και πιο συγκλονιστικές υποθέσεις που απασχόλησαν ποτέ την ελληνική Δικαιοσύνη. Ο Κοντοστάθης, χωρίς να διαθέτει πτυχίο ιατρικής ή άδεια άσκησης ιατρικού επαγγέλματος, παρουσιαζόταν επί σειρά ετών ως ογκολόγος και θεραπευτής βαρέων ασθενειών, κυρίως καρκίνου. Με ψευδή επιστημονικό μανδύα, καλλιεργούσε την εικόνα του ειδικού που μπορούσε να προσφέρει «εναλλακτικές» και «καινοτόμες» θεραπείες, εκμεταλλευόμενος την απελπισία ασθενών και των οικογενειών τους.
Η δράση του εκτείνεται χρονικά περίπου από το 2010 έως και το 2020. Στο διάστημα αυτό, έπειθε ασθενείς – ακόμη και ανήλικους – να εγκαταλείψουν τις εγκεκριμένες ιατρικές θεραπείες που τους είχαν προτείνει εξειδικευμένοι γιατροί και να ακολουθήσουν αποκλειστικά τις δικές του «θεραπείες». Οι μέθοδοι αυτές περιλάμβαναν σκευάσματα, βότανα και διατροφικά σχήματα χωρίς καμία επιστημονική τεκμηρίωση. Σε πολλές περιπτώσεις, η επιλογή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας των ασθενών και, τελικά, τον θάνατό τους.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε ύστερα από καταγγελίες συγγενών θυμάτων και πολυετή έρευνα των αρχών. Σε βάρος του Κοντοστάθη ασκήθηκε βαρύτατη ποινική δίωξη, με κατηγορίες που περιλάμβαναν ανθρωποκτονίες από πρόθεση κατά συρροή, απόπειρες ανθρωποκτονίας, κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση απάτη, παράνομη άσκηση ιατρικού επαγγέλματος, διακίνηση μη εγκεκριμένων φαρμακευτικών ουσιών.
Η δίκη διεξήχθη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών και διήρκεσε πολλούς μήνες. Κατά τη διάρκειά της κατέθεσαν δεκάδες μάρτυρες, μεταξύ των οποίων συγγενείς θυμάτων, πρώην ασθενείς, ιατροί και πραγματογνώμονες. Από τη διαδικασία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε πως δεν είχε καμία ιατρική κατάρτιση, παρ’ όλα αυτά συνέχιζε συνειδητά τη δράση του, αποκομίζοντας σημαντικά οικονομικά οφέλη.
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για επτά περιπτώσεις ανθρωποκτονίας και έξι απόπειρες ανθρωποκτονίας, αποδεχόμενο ότι η συμπεριφορά του συνέβαλε καθοριστικά στον θάνατο ή στη σοβαρή βλάβη της υγείας των θυμάτων. Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν από τις αυστηρότερες που έχουν επιβληθεί ποτέ στην Ελλάδα: οκτώ φορές ισόβια κάθειρξη, επιπλέον πολυετής πρόσκαιρη κάθειρξη και υψηλή χρηματική ποινή.
Η ποινική απόφαση στην υπόθεση του Νίκου Κοντοστάθη έχει εκδοθεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών με καταδίκη του σε πολλαπλές ισόβιες κάθειρξεις και επιπλέον ποινές, και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει δημόσια πληροφόρηση ότι έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Νίκου Κοντοστάθη (γνωστός και ως “Dr Kontos”) (2022)
Υπόθεση Caroline Crouch (2021)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της δολοφονίας της Καρολάιν Κράουτς συγκαταλέγεται στις πιο σοκαριστικές και πολυσυζητημένες ποινικές υποθέσεις στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, καθώς συνδύασε ένα ειδεχθές έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας με μια μακρόχρονη και συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης των αρχών και της κοινής γνώμης από τον ίδιο τον δράστη.
Η Καρολάιν Κράουτς, 20 ετών, βρετανικής υπηκοότητας, ζούσε στην Ελλάδα με τον σύζυγό της, τον 33χρονο πιλότο Μπάμπη Αναγνωστόπουλο, και το παιδί τους. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 11ης Μαΐου 2021, η νεαρή γυναίκα βρέθηκε νεκρή στο σπίτι τους στα Γλυκά Νερά Αττικής. Αρχικά, ο σύζυγός της κατήγγειλε στις αρχές ότι το έγκλημα είχε διαπραχθεί κατά τη διάρκεια ληστείας, ισχυριζόμενος πως άγνωστοι εισέβαλαν στο σπίτι, τον έδεσαν και σκότωσαν τη σύζυγό του μπροστά στο παιδί τους.
Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια κοινωνική και δημοσιογραφική κινητοποίηση, με τον Αναγνωστόπουλο να εμφανίζεται επί εβδομάδες ως συντετριμμένος σύζυγος και πατέρας, συμμετέχοντας σε δημόσιες εκδηλώσεις μνήμης και δίνοντας συνεντεύξεις. Παράλληλα, οι αστυνομικές αρχές διεξήγαγαν εκτεταμένη έρευνα για τον εντοπισμό των υποτιθέμενων δραστών, χωρίς όμως να προκύπτουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν το σενάριο της ληστείας.
Σταδιακά, από την ανάλυση των ψηφιακών δεδομένων, των ευρημάτων της ιατροδικαστικής εξέτασης και των καταγραφών από «έξυπνες» συσκευές, άρχισαν να προκύπτουν σοβαρές αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του συζύγου. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα δεδομένα από το smartwatch της Καρολάιν, τα οποία κατέγραψαν τον πραγματικό χρόνο θανάτου της, αποδεικνύοντας ότι το σενάριο της ληστείας ήταν κατασκευασμένο.
Στις 17 Ιουνίου 2021, περίπου έναν μήνα μετά το έγκλημα, ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος ομολόγησε ότι ο ίδιος σκότωσε τη σύζυγό του. Σύμφωνα με την ομολογία του, έπειτα από έντονο καβγά, την έπνιξε μέσα στο σπίτι τους, ενώ στη συνέχεια σκηνοθέτησε τη ληστεία: σκότωσε τον σκύλο της οικογένειας, τον κρέμασε, και έδεσε τον εαυτό του για να ενισχύσει την εικόνα επίθεσης από τρίτους.
Σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ψευδή καταγγελία κατ’ εξακολούθηση και ψευδή κατάθεση. Η δίκη διεξήχθη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών και προσέλκυσε τεράστιο δημόσιο ενδιαφέρον. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εξετάστηκαν εκτενώς τόσο οι συνθήκες του εγκλήματος όσο και η μεταγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η οποία κρίθηκε ότι επέδειξε ψυχρότητα και προσχεδιασμό.
Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί τέλεσης της πράξης «εν βρασμώ ψυχής» και τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Του επιβλήθηκε ποινή ισόβιας κάθειρξης για τη δολοφονία της Καρολάιν Κράουτς, καθώς και επιπλέον ποινές φυλάκισης για τα αδικήματα της ψευδούς καταγγελίας και της ψευδούς κατάθεσης. Το Εφετείο, σε δεύτερο βαθμό, επικύρωσε την ισόβια κάθειρξη.
Η καταδικαστική απόφαση έχει επικυρωθεί σε δεύτερο βαθμό από το Μικτό Εφετείο Αθηνών και, μέχρι σήμερα, δεν έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Γαρυφαλλιά Ψαράκου (2021)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της δολοφονίας της Γαρυφαλλιάς Ψαράκου αποτελεί μία ακόμη συγκλονιστική υπόθεση γυναικοκτονίας που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και ανέδειξε με δραματικό τρόπο το ζήτημα της έμφυλης και συντροφικής βίας. Το έγκλημα διαπράχθηκε τον Ιούλιο του 2021 στη Φολέγανδρο και προκάλεσε έντονη κοινωνική κατακραυγή λόγω της αγριότητας της πράξης και της προσπάθειας του δράστη να εμφανίσει τον θάνατο ως ατύχημα.
Η Γαρυφαλλιά Ψαράκου, 26 ετών, βρισκόταν στο νησί για διακοπές με τον σύντροφό της. Το βράδυ της 15ης Ιουλίου 2021, έπειτα από έντονο καβγά κατά τη διάρκεια μετακίνησής τους με αυτοκίνητο, ο σύντροφός της τη χτύπησε και τη στραγγάλισε, οδηγώντας την στον θάνατο. Στη συνέχεια, μετέφερε τη σορό της σε απομονωμένο σημείο και την έριξε από μεγάλο ύψος σε βραχώδη περιοχή, με σκοπό να παραπλανήσει τις αρχές και να δημιουργήσει την εικόνα ατυχήματος.
Τις επόμενες ώρες δήλωσε την εξαφάνισή της. Ωστόσο, οι αντιφάσεις στις καταθέσεις του, τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης και τα στοιχεία της προανακριτικής διαδικασίας οδήγησαν γρήγορα τις αρχές στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια.
Ο δράστης συνελήφθη και τελικά ομολόγησε την πράξη του, αποδίδοντάς την αρχικά σε καβγά και απώλεια ελέγχου. Σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, καθώς και για ψευδή καταγγελία και άλλα συναφή αδικήματα που σχετίζονταν με την απόπειρα συγκάλυψης του εγκλήματος.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, όπου εξετάστηκαν αναλυτικά οι συνθήκες του εγκλήματος, η προγενέστερη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και η μεθοδικότητα που επέδειξε μετά τη δολοφονία. Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς περί τέλεσης της πράξης εν βρασμώ ψυχής και έκρινε ότι επρόκειτο για συνειδητή και βίαιη πράξη, ακολουθούμενη από οργανωμένη προσπάθεια παραπλάνησης των αρχών.
Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς Ψαράκου, χωρίς να του αναγνωριστούν ελαφρυντικά. Η καταδικαστική απόφαση επικυρώθηκε και σε δεύτερο βαθμό, παγιώνοντας την ποινική του ευθύνη και επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα της πράξης.
Η υπόθεση της Γαρυφαλλιάς Ψαράκου εντάχθηκε στον δημόσιο διάλογο ως χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναικοκτονίας, αναδεικνύοντας την ανάγκη έγκαιρης αναγνώρισης και αντιμετώπισης της κακοποιητικής συμπεριφοράς στις συντροφικές σχέσεις. Παράλληλα, ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο η προσπάθεια συγκάλυψης ενός εγκλήματος μπορεί να καταρρεύσει μέσα από την επιστημονική έρευνα και την αποδεικτική διαδικασία, αφήνοντας ως μοναδική κατάληξη την απόδοση δικαιοσύνης.
Η καταδικαστική απόφαση για τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς Ψαράκου έχει επικυρωθεί σε δεύτερο βαθμό και μέχρι σήμερα παραμένει σε ισχύ, χωρίς να έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Suzanne Eaton (2019)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της δολοφονίας της Suzanne Eaton αποτελεί μία από τις πιο αποτρόπαιες εγκληματικές πράξεις που σημειώθηκαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, προκαλώντας διεθνή συγκίνηση λόγω της προσωπικότητας του θύματος και της αγριότητας του εγκλήματος. Η Suzanne Eaton ήταν διακεκριμένη Αμερικανίδα μοριακή βιολόγος, καθηγήτρια στο Ινστιτούτο Max Planck στη Γερμανία, με διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό έργο. Βρισκόταν στην Κρήτη τον Ιούλιο του 2019 για να συμμετάσχει σε επιστημονικό συνέδριο στο Κολυμπάρι Χανίων.
Στις 2 Ιουλίου 2019, η Eaton εξαφανίστηκε ενώ είχε βγει για πεζοπορία κοντά στο σημείο διεξαγωγής του συνεδρίου. Όταν δεν επέστρεψε, σήμανε συναγερμός και ξεκίνησαν εκτεταμένες έρευνες από τις τοπικές αρχές, εθελοντές και διεθνείς φορείς. Λίγες ημέρες αργότερα, η σορός της εντοπίστηκε σε καταφύγιο μιας απομονωμένης περιοχής κοντά στο χωριό Κολυμπάρι.
Η ιατροδικαστική εξέταση αποκάλυψε ότι ο θάνατός της ήταν αποτέλεσμα εγκληματικής ενέργειας. Η Suzanne Eaton είχε υποστεί σοβαρές σωματικές κακώσεις και είχε βιαστεί, ενώ είχε παραμείνει ζωντανή για αρκετές ημέρες μέσα στο υπόγειο καταφύγιο πριν καταλήξει, γεγονός που προσέδωσε στην υπόθεση ιδιαίτερη σκληρότητα. Τα ευρήματα κατέδειξαν ότι ο δράστης είχε επιχειρήσει να αποκρύψει το έγκλημα, εγκαταλείποντας το θύμα σε σημείο όπου δύσκολα θα εντοπιζόταν.
Οι έρευνες των αρχών οδήγησαν στη σύλληψη ενός Έλληνα άνδρα, ο οποίος εργαζόταν στην περιοχή. Ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι παρέσυρε τη Suzanne Eaton με το αυτοκίνητό του, τη χτύπησε και στη συνέχεια τη μετέφερε στο εγκαταλελειμμένο καταφύγιο, όπου τη βίασε και την εγκατέλειψε. Η ομολογία του, σε συνδυασμό με τα επιστημονικά και ιατροδικαστικά στοιχεία, αποτέλεσαν καθοριστικό αποδεικτικό υλικό για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης.
Σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, βιασμό και άλλα συναφή αδικήματα. Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Χανίων, όπου εξετάστηκαν διεξοδικά οι συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος, η συμπεριφορά του δράστη πριν και μετά την πράξη, καθώς και η ψυχική του κατάσταση. Το δικαστήριο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πλήρη συνείδηση των πράξεών του και απέρριψε κάθε ισχυρισμό περί μειωμένου καταλογισμού.
Ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της Suzanne Eaton, καθώς και σε επιπλέον πολυετείς ποινές κάθειρξης για τα υπόλοιπα αδικήματα. Η καταδικαστική απόφαση επικυρώθηκε και σε δεύτερο βαθμό.
Η υπόθεση της Suzanne Eaton συγκλόνισε τόσο την ελληνική όσο και τη διεθνή κοινότητα, αναδεικνύοντας ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, έμφυλης βίας και εγκληματικότητας κατά αλλοδαπών επισκεπτών. Παράλληλα, αποτέλεσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η συστηματική έρευνα, τα επιστημονικά δεδομένα και η ομολογία του δράστη οδήγησαν στην πλήρη διαλεύκανση ενός ειδεχθούς εγκλήματος και στην απόδοση δικαιοσύνης.
Η καταδικαστική απόφαση για τη δολοφονία της Suzanne Eaton έχει επικυρωθεί σε δεύτερο βαθμό και μέχρι σήμερα παραμένει σε ισχύ, χωρίς να έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Ελένη Τοπαλούδη (2018)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση –βιασμός και απόπειρα συγκάλυψης του εγκλήματος
Η υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και αποτέλεσε ένα από τα πιο γνωστά περιστατικά γυναικοκτονίας στη χώρα, φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα βίας κατά των γυναικών και ασφάλειας των νέων. Η Ελένη Τοπαλούδη ήταν 21 ετών και φοιτήτρια στη Ρόδο, η οποία τον Νοέμβριο του 2018 δολοφονήθηκε με απάνθρωπο τρόπο από δύο νεαρούς άνδρες.
Στις 28 Νοεμβρίου 2018, η Ελένη στην πόλη της Ρόδου και στη συνέχεια αποδέχτηκε πρόταση από δύο γνωστούς της, τον Γεώργιο Ροδίτη και τον Δημήτρη Λινδάρη, να τη μεταφέρουν με το αυτοκίνητό τους σε άλλο σημείο. Σύμφωνα με τις έρευνες των αρχών, οι δράστες την οδήγησαν σε απομονωμένη περιοχή και, έπειτα από χρήση βίας, τη δολοφόνησαν με χτυπήματα και στραγγαλισμό. Στη συνέχεια, προσπάθησαν να αποκρύψουν τα ίχνη του εγκλήματος μεταφέροντας τη σορό της σε παραλία, όπου την εγκατέλειψαν.
Οι έρευνες ξεκίνησαν μετά την εξαφάνισή της, με τις Αρχές να συλλέγουν στοιχεία από κάμερες, καταθέσεις, τα οποία οδήγησαν γρήγορα στη σύλληψη των δύο δραστών. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, οι δράστες ομολόγησαν τη συμμετοχή τους στο έγκλημα και περιέγραψαν τη διαδικασία της ανθρωποκτονίας.
Σε βάρος τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αλλά και για βιασμό και απόπειρα συγκάλυψης του εγκλήματος. Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, όπου οι μάρτυρες και η ιατροδικαστική εξέταση παρουσίασαν λεπτομερώς τις φρικτές συνθήκες του εγκλήματος, ενώ οι δράστες προσπάθησαν να υποστηρίξουν μειωμένο καταλογισμό χωρίς επιτυχία.
Το δικαστήριο έκρινε τους δύο κατηγορούμενους ένοχους για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη και τους καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον πολυετείς ποινές για τα υπόλοιπα αδικήματα. Η απόφαση επιβεβαιώθηκε και σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο Αθηνών, παγιώνοντας την ποινική τους ευθύνη. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την αίσθηση ότι η ελληνική δικαιοσύνη αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα ένα από τα πιο σοβαρά εγκλήματα κατά γυναικών.
Η υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη συγκλόνισε όχι μόνο τη Ρόδο αλλά και ολόκληρη την Ελλάδα, πυροδοτώντας δημόσιο διάλογο για την προστασία των γυναικών, την ανάγκη πρόληψης έμφυλης βίας και την αυστηροποίηση των ποινών για τέτοιου είδους εγκλήματα. Παράλληλα, ανέδειξε τη σημασία των επιστημονικών και τεχνολογικών στοιχείων στην εξιχνίαση εγκλημάτων και στην πλήρη απόδοση δικαιοσύνης.
Η καταδικαστική απόφαση στην υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη έχει επικυρωθεί σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο, επιβεβαιώνοντας τις ποινές των ισοβίων και των επιπλέον ετών φυλάκισης, και μέχρι σήμερα δεν έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Ειρήνης Λαγούδη (2018)
Κατηγορία: Ενδεχόμενη ανθρωποκτονία – αδιευκρίνιστα αίτια θανάτου
Η υπόθεση της Ειρήνης Λαγούδη είναι μία από τις πιο μυστηριώδεις και αμφιλεγόμενες υποθέσεις θανάτου στην πρόσφατη ελληνική ποινική ιστορία, καθώς συνοδεύεται από αντιφατικά στοιχεία, σοβαρές αμφιβολίες για τα πραγματικά αίτια θανάτου και διαρκείς αμφισβητήσεις των αρχικών ευρημάτων. Η Ειρήνη Λαγούδη, 44 ετών, μητέρα τριών παιδιών, βρέθηκε νεκρή στις 6 Ιανουαρίου 2018 μέσα στο αυτοκίνητό της, που είχε εντοπιστεί σε απομονωμένη περιοχή της Λίμνης Τριχωνίδας στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας.
Το αυτοκίνητο έφερε σημάδια φωτιάς και η σορός της άτυχης γυναίκας βρέθηκε μέσα στο όχημα, ενώ δίπλα υπήρχαν μπιντόνια με καύσιμα και εγκαύματα στο σώμα της. Η έκθεση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας της Πάτρας κατέληξε αρχικά στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος ήταν αυτοχειρία μέσω εισπνοής αναθυμιάσεων από τη φωτιά που είχε προκληθεί στο αυτοκίνητο, και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο με αυτή την εκδοχή.
Από την πρώτη στιγμή, όμως, η οικογένεια και στενοί φίλοι της Ειρήνης εξέφρασαν έντονες αμφιβολίες για την επίσημη εκδοχή. Υποστήριζαν ότι η γυναίκα που ήταν ενεργή και γεμάτη σχέδια για το μέλλον δεν είχε κανένα λόγο να αυτοκτονήσει και ότι συγκεκριμένα στοιχεία στη σκηνή και στην πορεία της έρευνας δεν είχαν εξεταστεί με τον σωστό τρόπο ή είχαν αγνοηθεί.
Στο πέρασμα των ετών έχουν προκύψει πολλές αντιφάσεις και υπόνοιες σχετικά με την υπόθεση. Συγκεκριμένα, η οικογένεια και νομικοί εκπρόσωποί της έχουν καταθέσει ότι δεν έγινε επιτόπια ιατροδικαστική αυτοψία στο σημείο όπου βρέθηκε η Ειρήνη, ότι δεν λήφθηκαν φωτογραφίες και αποτυπώματα, και ότι η μεταφορά του σώματος πριν από ολοκληρωμένη εξέταση από ειδικούς επηρέασε τη δυνατότητα εξαγωγής έγκυρων συμπερασμάτων.
Παράλληλα, η υπόθεση μπήκε ξανά στο προσκήνιο μετά τη διερεύνηση άλλων υποθέσεων που χειρίστηκε η ίδια ιατροδικαστική υπηρεσία, με τις Αρχές να προχωρούν σε αναστολή λειτουργίας της υπηρεσίας και επανεξέταση φακέλων υποθέσεων, μεταξύ των οποίων και αυτή της Ειρήνης Λαγούδη, με σκοπό τον έλεγχο των αρχικών συμπερασμάτων και πιθανών λαθών.
Η οικογένεια έχει ζητήσει επίσημα να ανοίξει ξανά ο φάκελος της υπόθεσης και να γίνει πλήρης επανεξέταση των ευρημάτων από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν ενδείξεις σκηνοθετημένης δολοφονίας ή κάλυψης εγκληματικής ενέργειας, που στρέφονται κατά της εκδοχής της αυτοχειρίας.
Μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει καταδικαστική δικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία ή άλλο αδίκημα σχετικά με τον θάνατο της Ειρήνης Λαγούδη, και η υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση με ανοιχτά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν οι αρχικές έρευνες και τα ιατροδικαστικά πορίσματα.
Η υπόθεση της Ειρήνης Λαγούδη συνεχίζει να συγκλονίζει κοινή γνώμη και νομικούς κύκλους, όχι μόνο για την τραγική απώλεια της ζωής μιας μητέρας τριών παιδιών, αλλά και για τα ερωτήματα που ανακύπτουν σχετικά με τις διαδικασίες διερεύνησης θανάτων, την αξιοπιστία της ιατροδικαστικής διαδικασίας και την ανάγκη για πλήρη, αμερόληπτη και τεκμηριωμένη διερεύνηση παρόμοιων περιπτώσεων.
Σημείωση: Η υπόθεση είναι ακόμη υπό διερεύνηση και δεν έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση. Οποιαδήποτε αναφορά σε ενδεχόμενη ευθύνη τρίτων είναι αντικειμενική και βασίζεται σε διαθέσιμα στοιχεία.
Υπόθεση Λέλας Μαυρομάτη (2017)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της Λέλας Μαυρομάτη συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη λόγω της βαρύτητας της πράξης, των ανθρώπινων διαστάσεων και των επιπτώσεων στην οικογένεια. Η Λέλα Μαυρομάτη ήταν μητέρα δύο παιδιών και κατοικούσε στην Ορμύλια Χαλκιδικής όταν, σε συγκλονιστικές συνθήκες, δολοφονήθηκε από τον εν διαστάσει σύζυγό της, Τζέιμς Κλοντ Λέσι. Ο δράστης την μαχαίρωσε μέχρι θανάτου μπροστά στα μάτια του μεγάλου γιου τους, προκαλώντας βαθιά οδύνη στην οικογένεια και την τοπική κοινωνία.
Μετά την άγρια δολοφονία, ο δράστης απήγαγε το μικρότερο παιδί τους, τον Φοίβο, για περίπου 18 ημέρες, σε μια υπόθεση που προκάλεσε εκτεταμένες έρευνες και επιχείρηση από την Αστυνομία για τον εντοπισμό του και του μικρού αγοριού. Τελικά, ο δράστης εντοπίστηκε και συνελήφθη σε άλλη περιοχή, και ο μικρός Φοίβος επέστρεψε σώος στην οικογένειά του μετά από την εκτεταμένη αναζήτηση.
Το τραγικό αυτό περιστατικό άφησε πίσω του δύο μικρά αγόρια, τα οποία σήμερα μεγαλώνουν με τους παππούδες τους, και έχει γεννήσει βαθιά κοινωνική αντίδραση και προβληματισμό γύρω από τη βία ενδοοικογενειακού χαρακτήρα και την προστασία παιδιών μετά παρόμοιες τραγωδίες. Οι γονείς της Λέλας Μαυρομάτη έχουν λάβει μέτρα ώστε να είναι υποστηριζόμενα από ειδικούς και ασφαλές περιβάλλον για την ψυχική τους υγεία.
Ο δράστης της δολοφονίας της Λέλας Μαυρομάτη καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και άλλα αδικήματα σχετιζόμενα με την υπόθεση, και εκτίει την ποινή του. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει δημόσια γνωστοποίηση ότι η απόφαση έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Ο δράστης της δολοφονίας της Λέλας Μαυρομάτη καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση και άλλα αδικήματα σχετιζόμενα με την υπόθεση, και εκτίει την ποινή του. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει δημόσια γνωστοποίηση ότι η απόφαση έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Δώρας Ζεμπέρη (2017)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της Δώρας Ζέμπερη συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία και παραμένει μία από τις πλέον γνωστές και τραγικές δολοφονίες στην πρόσφατη ποινική ιστορία της χώρας. Η Δώρα Ζέμπερη, 32 ετών, εργαζόταν ως δημόσια υπάλληλος στην εφορία και την 18η Οκτωβρίου 2017 βρέθηκε άγρια δολοφονημένη στο Β’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου είχε πάει για να αφήσει ένα λουλούδι στον τάφο ενός παιδικού της φίλου. Την ημέρα εκείνη δέχθηκε 14 μαχαιριές στο σώμα της, ενώ φέρεται να έφερε και αμυντικά τραύματα, στοιχεία που υποδηλώνουν ότι προσπάθησε να αμυνθεί.
Η αστυνομία ξεκίνησε εκτεταμένη έρευνα και, μετά από συλλογή και αξιολόγηση στοιχείων (συμπεριλαμβανομένης ταυτοποίησης DNA και βίντεο που έδειχνε τον δράστη να προσπαθεί να πουλήσει το κινητό της), οδήγησε στη σύλληψη του 52χρονου δράστη. Ο άνδρας, με ιστορικό χρήσης ουσιών, αρχικά υποστήριξε ότι την είχε πλησιάσει για ληστεία και ότι εκείνη αντιστάθηκε, και σε μεταγενέστερη απολογία έκανε αντιφατικούς ισχυρισμούς, όπως ότι είχε λάβει χρήματα για να διαπράξει το έγκλημα. Αυτές οι εκδοχές απορρίφθηκαν από τις δικαστικές αρχές για έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων.
Ο κατηγορούμενος ομολόγησε τη δολοφονία και σε βάρος του ασκήθηκε βαρύ κατηγορητήριο που περιλάμβανε τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ληστείας με ιδιαίτερη σκληρότητα, καθώς και παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία.
Η υπόθεση δικάστηκε και, σύμφωνα με το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας, επικυρώθηκε η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, με τον δράστη να έχει καταδικαστεί σε σε δις ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της Δώρας Ζέμπερη.
Παρά την ποινική καταδίκη, κάποιοι από τους στενούς συγγενείς, ιδίως ο πατέρας της Δώρας, έχουν εκφράσει αμφιβολίες και ερωτήματα σχετικά με το αν έχουν αποκαλυφθεί όλα τα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης και έχουν ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση και απόδοση πλήρους δικαιοσύνης.
Η δολοφονία της Δώρας Ζέμπερη προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στην ελληνική κοινωνία και έφερε στο προσκήνιο ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, αντιμετώπισης της βίας και της προστασίας πολιτών, ενώ η υπόθεση παραμένει σημείο αναφοράς σε συζητήσεις για την αποτελεσματικότητα της ποινικής δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση των περιστατικών με ιδιαίτερη σκληρότητα.
Υπόθεση Στέλλας Εικοσπεντάκη (2017)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της Στέλλας Εικοσπεντάκη συγκλόνισε το πανελλήνιο λόγω της τραγικής δολοφονίας ενός ανήλικου κοριτσιού από τον ίδιο του τον πατέρα. Η Στέλλα, μόλις 6 ετών, εξαφανίστηκε το πρωί της 27ης Απριλίου 2017 από το σπίτι της στην Αγία Βαρβάρα Αττικής, όταν ο πατέρας της δήλωσε στην Αστυνομία ότι δεν την βρήκε στο δωμάτιο και ότι αγνοεί την τύχη της.
Αρχικά ο πατέρας ισχυρίστηκε ότι το παιδί είχε απαχθεί κατά τη διάρκεια διάρρηξης, αλλά οι αστυνομικοί γρήγορα εντόπισαν αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του και άρχισαν να ερευνούν την υπόθεση με ιδιαίτερη προσοχή.
Μετά από πολύωρη ανάκριση, ο πατέρας ομολόγησε ότι είχε σκοτώσει τη Στέλλα — είτε με στραγγαλισμό είτε με έντονη πίεση που προκάλεσε ασφυξία — και υπέδειξε στους αστυνομικούς το σημείο όπου είχε πετάξει το άψυχο σώμα του παιδιού του σε κάδο απορριμμάτων, τυλιγμένο σε σακούλες μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι τους.
Το οικογενειακό περιβάλλον βρισκόταν σε ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση: η μητέρα της μικρής ήταν εκείνες τις ημέρες στο νοσοκομείο λόγω μιας επέμβασης και δεν είχε πληροφορηθεί τις πραγματικές συνθήκες της εξαφάνισης.
Ο δράστης — ένας 61χρονος απόστρατος αστυνομικός — προφυλακίστηκε και οδηγήθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, καθώς και για επιπλέον αδικήματα όπως περύβριση νεκρού λόγω του τρόπου που απέκρυψε το σώμα του παιδιού.
Σε δίκη που έγινε στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, χωρίς να του αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, ενώ του επιβλήθηκε και πρόσθετη ποινή δύο ετών για το αδίκημα της περιύβρισης νεκρού.
Η υπόθεση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη και σφοδρές εκφράσεις οδύνης για την απώλεια μιας τόσο μικρής ζωής, ενώ η οικογένεια της Στέλλας κατέθεσε και παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του δράστη.
Η υπόθεση της Στέλλας Εικοσπεντάκη έχει οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας με ποινή ισόβιας κάθειρξης για τον δράστη, και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ανατροπή της απόφασης από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Ντιάνα Τσαμτσίδη (2017)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία τελεσθείσα με ενδεχόμενο δόλο διά παραλείψεως και περιύβριση νεκρού
Η υπόθεση της Ντιάνας Τσαμτσίδη αφορά τον θάνατο μιας 36χρονης μητέρας τριών παιδιών που έχασε τη ζωή της υπό ιδιαίτερα τραγικές συνθήκες μετά από ιατρική διαδικασία που υποβλήθηκε το 2017. Η Ντιάνα Τσαμτσίδη, μεσίτρια στο επάγγελμα, επισκέφθηκε το Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης προκειμένου να υποβληθεί σε προγραμματισμένη επέμβαση για την αφαίρεση κιρσών από τα πόδια της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ο 39χρονος ειδικευόμενος αγγειοχειρουργός που την ανέλαβε της χορήγησε δύο ισχυρά αναισθητικά φάρμακα σε εγκαταλειμμένο χώρο του νοσοκομείου, με αποτέλεσμα να υποστεί άπνοια και αναπνευστική καταστολή, η οποία επέφερε τον θάνατό της. Το άψυχο σώμα της Ντιάνας βρέθηκε λίγες ημέρες αργότερα σε απομονωμένη περιοχή της Χαλκιδικής, όπου ο κατηγορούμενος το είχε μεταφέρει με το αυτοκίνητό του.
Στη δίκη που ακολούθησε, οι δικαστές δεν πείστηκαν από τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για ιατρικό λάθος, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του υπέπεσε σε ποινικά κολάσιμες πράξεις. Ο δράστης κηρύχθηκε ομόφωνα ένοχος για ανθρωποκτονία τελεσθείσα με ενδεχόμενο δόλο διά παραλείψεως και περιύβριση νεκρού, καθώς τα στοιχεία δεν συνηγορούσαν υπέρ της αθωότητας ή του λάθους κατά την ιατρική πράξη.
Η υπόθεση προκάλεσε έντονη συζήτηση για τα όρια της ιατρικής ευθύνης, την ασφάλεια των ασθενών και τον τρόπο με τον οποίο διερευνώνται περιστατικά θανάτων που συνδέονται με ιατρικές πράξεις, ενώ συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς στα ελληνικά νομικά και ιατρικά πλαίσια.
Η υπόθεση της Ντιάνας Τσαμτσίδη έχει οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, με τον κατηγορούμενο να έχει καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη χωρίς ελαφρυντικά. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση ότι η απόφαση έχει επικυρωθεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Ελευθερίας Αγραφιώτου (2016)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση – εξιχνίαση σε εκκρεμότητα
Η υπόθεση της Ελευθερίας Αγραφιώτου αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά και ανεξιχνίαστα εγκλήματα στην πρόσφατη ελληνική ποινική ιστορία. Η 69χρονη Ελευθερία Αγραφιώτου, είχε εξαφανιστεί στις 21 Απριλίου 2016 και το πτώμα της βρέθηκε στις 25 Μαΐου 2016 σε προχωρημένη σήψη σε ένα τρίτο υπόγειο πάρκινγκ μεγάλου εμπορικού συγκροτήματος στο Μαρούσι Αττικής.
Οι συνθήκες της δολοφονίας της ήταν εξαιρετικά βίαιες και έντονες, με στοιχεία που προκαλούν σοκ — το σώμα βρέθηκε με πολλαπλά τραύματα και σοβαρές κακώσεις, ενώ το γεγονός ότι το θύμα είχε μαζί της προσωπικά αντικείμενα (τσάντα, κινητό, πορτοφόλι) απέκλεισε το κίνητρο της ληστείας.
Παρά τις εκτεταμένες έρευνες της ΕΛ.ΑΣ. και τη διερεύνηση στοιχείων DNA και αποτυπωμάτων, δεν έχει εντοπισθεί ο δράστης της δολοφονίας και καμία σύλληψη δεν έχει οδηγήσει σε δικαστική καταδίκη. Ορισμένοι ύποπτοι έχουν εξεταστεί στο παρελθόν ανάμεσά τους και άτομα που είχαν χαρακτηριστεί ως “ύποπτοι” χωρίς να προκύψει τελεσίδικη απόφαση για την υπόθεση.
Η υπόθεση έχει επανέλθει επανειλημμένα στο δημόσιο διάλογο, με έρευνες από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και τηλεοπτικές εκπομπές, όπως το «Φως στο Τούνελ», οι οποίες έχουν παρουσιάσει νέες μαρτυρίες, σενάρια και θέσεις για το πώς εκτυλίχθηκε το έγκλημα.
Παρά τις δεκαετίες διερεύνησης, μέχρι σήμερα δεν έχει τελεσιδικήσει σε δικαστήριο κάποιο κατηγορητήριο για τον θάνατό της, και η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και υπό διερεύνηση από τις αρμόδιες αρχές.
Η υπόθεση της Ελευθερίας Αγραφιώτου είναι ανεξιχνίαστη και παραμένει υπό διερεύνηση. Δεν έχει υπάρξει κατάθεση κατηγορητηρίου ούτε νομική απόφαση για τον προσδιορισμό δράστη ή καταδίκη σε δικαστήριο. Όλες οι αναφορές σε πιθανούς δράστες ή σενάρια βασίζονται σε διαθέσιμα στοιχεία και έρευνες και δεν αποτελούν τελεσίδικη δικαστική κρίση.
Υπόθεση Άνθης Λινάρδου (2016)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της Ανθής Λινάρδου είναι μία από τις πιο σοβαρές και συγκλονιστικές υποθέσεις γυναικοκτονίας που συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Η Ανθή Λινάρδου, 37 ετών και μητέρα τριών παιδιών, εξαφανίστηκε στις αρχές του Ιανουαρίου 2016 από το σπίτι της στο Βελβεντό Κοζάνης χωρίς κανείς να γνωρίζει αρχικά τι είχε συμβεί.
Μετά από εντατικές έρευνες, οι αστυνομικές αρχές βρήκαν το σώμα της θαμμένο σε χωράφι του συζύγου της κοντά στο Βελβεντό Κοζάνης. Ο τότε 40χρονος σύζυγός της ανακρίθηκε και ομολόγησε ότι τη στραγγάλισε μετά από καβγά, ενώ τα τρία παιδιά τους κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο. Αμέσως μετά την πράξη, μετέφερε και έθαψε το άψυχο σώμα της στο χωράφι, προσπαθώντας αρχικά να συγκαλύψει τα ίχνη του εγκλήματος.
Οι συνθήκες του θανάτου της δείχνουν ένα τραγικό έγκλημα ενδοοικογενειακής βίας, με πολλές μαρτυρίες και στοιχεία να αποτυπώνουν την επιδείνωση της σχέσης του ζευγαριού πριν το έγκλημα, με αντιπαραθέσεις που οδήγησαν στη μοιραία έκβαση. Η υπόθεση προκάλεσε ιδιαίτερη κοινωνική συγκίνηση λόγω των παιδιών που έμειναν ορφανά και της κυνικής φύσης της πράξης του δράστη.
Η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καστοριάς, το 2017, όπου ο δράστης βρέθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ενώ του επιβλήθηκε και επιπλέον ποινή για το αδίκημα της περιύβρισης νεκρού.
Το 2025 συνεχίσθηκε η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό (Εφετείο), όπου η υπόθεση παραμένει υπό δικαστική εξέλιξη με την πλευρά υπεράσπισης να ζητά διευκρινίσεις και την εξέταση των στοιχείων, ενώ το ζήτημα της ποινής και τυχόν ελαφρυντικών αποτέλεσε αντικείμενο ακροαματικών διαδικασιών.
Η υπόθεση της Ανθής Λινάρδου ανέδειξε τη σοβαρότητα του φαινομένου της έμφυλης βίας στη χώρα, και προκάλεσε εκτεταμένο δημόσιο διάλογο για την προστασία των θυμάτων, τον ρόλο των οικογενειακών σχέσεων και την ανάγκη έγκαιρης παρέμβασης για την πρόληψη τέτοιων τραγωδιών.
Υπόθεση Λίνας Κοεμτζή (2016)
Κατηγορία: Αυτοκτονία (πιθανές ποινικές διαστάσεις λόγω παρενόχλησης και bullying)
Η υπόθεση της Λίνας Κοεμτζή αφορά τον μυστηριώδη θάνατο μιας 22χρονης φοιτήτριας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, η οποία βρέθηκε νεκρή στις 28 Νοεμβρίου 2016, πέφτοντας από τον 9ο όροφο της φοιτητικής εστίας όπου διέμενε. Το περιστατικό αρχικά αντιμετωπίστηκε από τις αρχές ως πιθανή αυτοκτονία, όμως η οικογένεια της άτυχης κοπέλας αμφισβήτησε αυτή την εκδοχή και ζήτησε περαιτέρω διερεύνηση των συνθηκών του θανάτου της.
Η μητέρα της επανειλημμένα έχει εκφράσει την πεποίθηση ότι η κόρη της δεν αυτοκτόνησε, αλλά ότι η πτώση της σχετίζεται με πιέσεις και εκβιασμούς που δεχόταν λόγω φωτογραφιών και βίντεο προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία φέρεται ότι κυκλοφορούσαν ή απειλούσαν να δημοσιοποιηθούν, γεγονός που την είχε εκθέσει και πλήξει ψυχολογικά.
Κατά την έρευνα που ακολούθησε, οι διωκτικές αρχές πραγματοποίησαν ανακρίσεις, κατέθεσε ανάμεσα σε άλλους και ο πρώην σύντροφός της, και κατασχέθηκε ηλεκτρονικό υλικό που εξετάστηκε από ειδικούς. Παρά τα στοιχεία και τις μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν, η υπόθεση δεν έχει οδηγηθεί σε ποινική καταδίκη και, σύμφωνα με ενημερώσεις από τα μέσα, η δικογραφία για τον θάνατό της έχει τεθεί στο αρχείο από τις εισαγγελικές αρχές, καθώς δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία για την άσκηση κατηγορίας σε βάρος συγκεκριμένων προσώπων.
Η οικογένεια της Λίνας συνεχίζει να ζητά απαντήσεις και πλήρη διερεύνηση των συγκρουόμενων στοιχείων, ενώ η υπόθεση παραμένει σημείο αναφοράς για τον δημόσιο διάλογο σχετικά με τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων, τον εκφοβισμό νέων και τις συνθήκες πνευματικής υγείας.
Υπόθεση Ζωή Δαλακλίδου (2012)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση με εξαιρετικά ειδεχθή χαρακτηριστικά
Η υπόθεση της Ζωής Δαλακλίδου συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα λόγω της ακραίας βίας με την οποία χάθηκε η ζωή μιας νέας γυναίκας. Η Ζωή Δαλακλίδου, 34 ετών και κάτοικος Ξάνθης, επέστρεφε στις 27 Δεκεμβρίου 2012 στο πατρικό της σπίτι μετά από νυχτερινή έξοδο όταν δέχθηκε επίθεση από έναν 27χρονο γείτονά της στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου διέμενε. Ο δράστης την βίασε, την κακοποίησε και στη συνέχεια περιέλουσε το σώμα της με βενζίνη και την έκαψε ζωντανή προσπαθώντας να καλύψει τα ίχνη του, ένα έγκλημα που προκάλεσε φρίκη και οργή στην κοινή γνώμη.
Οι έρευνες των αρχών οδήγησαν στη σύλληψη του Χρήστου Παπάζογλου, ο οποίος είχε στο παρελθόν κατηγορηθεί για επιθέσεις και απόπειρες βιασμού, και εν τέλει ομολόγησε την πράξη του στις ανακριτικές αρχές.
Η δίκη ξεκίνησε και σε πρώτο βαθμό ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 25 χρόνια φυλάκιση για τις πράξεις του, συμπεριλαμβανομένου του βιασμού, της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και του εμπρησμού.
Η υπόθεση έχει περάσει και από ανώτερα δικαστικά στάδια: το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης στην Κομοτηνή επανέλαβε την καταδικαστική απόφαση μετά από αναίρεση, κρατώντας την ποινή του δράστη σε ισχύ και επικυρώνοντας την ενοχή του σε δεύτερο βαθμό.
Το έγκλημα της Ζωής Δαλακλίδου θεωρείται ένα από τα πλέον σκληρά περιστατικά έμφυλης βίας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και έχει αφήσει βαθιά κοινωνική και νομική παρακαταθήκη.
Υπόθεση Κωστή Πολύζου (2011)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση του Κωστή Πολύζου είναι μία από τις πιο συγκλονιστικές και πολυκροτημένες υποθέσεις δολοφονίας στην πρόσφατη ποινική ιστορία της Ελλάδας, με μεγάλο χρονικό διάστημα μυστήριο πριν από την αποκάλυψή της. Ο Κωστής Πολύζος, 23 ετών και φοιτητής, εξαφανίστηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2011 από το σπίτι του στη Σιάτιστα Κοζάνης, με την πρώτη περίοδο της εξαφάνισής του να παραμένει άγνωστη για μήνες. Το πτώμα του βρέθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2011 από κυνηγό σε αγροτική έκταση που ανήκε στην οικογένεια του πατριού του, στη θέση Πασά Γεφύρι στα όρια Κοζάνης – Γρεβενών.
Αμέσως μετά την ανακάλυψη της σορού, οι Αρχές στράφηκαν στις αντιφάσεις στους ισχυρισμούς της μητέρας του, Δέσποινας Κουτσέγκου, και του πατριού του, Χρήστου Ντιού, καθώς η αστυνομική έρευνα αποκάλυψε στοιχεία που υποδήλωναν εμπλοκή τους στο θάνατο του νεαρού, μεταξύ των οποίων η μη αναφορά κατοχής του χωραφιού όπου βρέθηκε το πτώμα και η καθυστέρηση στην ενημέρωση των Αρχών. Το κίνητρο που προέκυψε από την έρευνα ήταν κυρίως οικονομικό , η οικογένεια φέρεται να είχε λάβει δάνειο στο όνομα του Κωστή ως εγγυητή, προκαλώντας έντονους οικογενειακούς καβγάδες.
Μετά από μακρά δικαστική διαδικασία, σε πρώτο βαθμό το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καστοριάς έκρινε τη μητέρα και τον πατριό του Κωστή ένοχους για ανθρωποκτονία από πρόθεση και τους επέβαλε ισόβια κάθειρξη.Στη συνέχεια, η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας στην Κοζάνη, όπου η καταδικαστική απόφαση επίσης επιβεβαιώθηκε και επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό, χωρίς να αναγνωριστούν ελαφρυντικά.
Η υπόθεση του Κωστή Πολύζου συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη όχι μόνο λόγω του τραγικού χαρακτήρα της πράξης ,τη δολοφονία ενός νέου ανθρώπου από άτομα του στενού συγγενικού του περιβάλλοντος , αλλά και λόγω του τρόπου με τον οποίο η υπόθεση «αποκαλύφθηκε» έπειτα από χρόνια έρευνας και της πολύκροτης δίκης που ακολούθησε, με έντονες αντιπαραθέσεις, μαρτυρίες και δικαστικές διαδικασίες.
Υπόθεση Νίκου Σεργιανόπουλου (2008)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Ο Νίκος Σεργιανόπουλος ήταν γνωστός Έλληνας ηθοποιός, με καριέρα στο θέατρο και την τηλεόραση και ευρεία αναγνωρισιμότητα για τους ρόλους του.
Στις 4 Ιουνίου 2008 βρέθηκε δολοφονημένος στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι – τον εντόπισε νεκρό η καθαρίστρια του σπιτιού του. Το σώμα του έφερε 21 μαχαιριές, γεγονός που υποδήλωνε άγρια επίθεση. Η είσοδος δεν έφερε σημάδια παραβίασης, γεγονός που οδήγησε τις αρχές στο συμπέρασμα ότι ο δράστης ή οι δράστες ήταν γνωστοί ή είχαν πρόσβαση στο σπίτι με τη θέληση του θύματος.
Η αστυνομία εντόπισε και συνέλαβε έναν 30χρονο Γεωργιανό υπήκοο, ο οποίος στη συνέχεια ομολόγησε τη δολοφονία του ηθοποιού. Κατά την ομολογία του, ισχυριζόταν ότι ο Σεργιανόπουλος τον προσκάλεσε στο διαμέρισμα και ότι η σχέση τους εξελίχθηκε σε βίαιη αντιπαράθεση, η οποία κατέληξε στη δολοφονία.
Ο δράστης δικάστηκε για τη δολοφονία, κατηγορούμενος για προμελετημένη ανθρωποκτονία, ληστεία και παράνομη είσοδο στη χώρα, και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη από τα ελληνικά δικαστήρια.
Η υπόθεση του Νίκου Σεργιανόπουλου συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία όχι μόνο για την αγριότητα της πράξης, αλλά και για τη δημοσιότητα που είχε ο ηθοποιός και το γεγονός ότι το έγκλημα φαινόταν να συνδέεται και με προσωπικά στοιχεία και κοινωνικές πτυχές πέρα από την απλή βία.
Η απόφαση επικυρώθηκε και σε δεύτερο βαθμό από τα ελληνικά δικαστήρια και δεν έχει ανατραπεί από ανώτερο δικαστήριο.
Υπόθεση Άλεξ Μεσχισβίλι (2006)
Κατηγορία: Σωματική βλάβη με θανατηφόρο αποτέλεσμα – συγκάλυψη και εξαφάνιση πτώματος
Η υπόθεση του Άλεξ Μεσχισβίλι αφορά την εξαφάνιση και δολοφονία ενός 11χρονου αγοριού στη Βέροια τον Φεβρουάριο του 2006, που συγκλόνισε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και αποτέλεσε μία από τις πρώτες γνωστές περιπτώσεις θανατηφόρου εγκλήματος μεταξύ ανηλίκων στη χώρα. Ο Άλεξ, που είχε καταγωγή από τη Γεωργία και ζούσε με τη μητέρα και τον πατριό του, εξαφανίστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2006 μετά από τις απογευματινές του δραστηριότητές.
Μετά από πολύμηνη έρευνα, πέντε ανήλικοι συμμαθητές του, ηλικίας περίπου 13 ετών, κατηγορήθηκαν ότι τον χτύπησαν και τον έβαλαν σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο, όπου ο Άλεξ υπέστη σοβαρό τραυματισμό και πέθανε κατά την πτώση του μέσω σοβαρών τραυμάτων. Λόγω πανικού, οι ανήλικοι έκρυψαν αρχικά το σώμα και μετά το μετέφεραν και το πέταξαν σε έναν ποταμό στην περιοχή, χωρίς να γνωστοποιήσουν την τύχη του σε αρχές ή οικογένεια.
Ο εμπλεκόμενοι διώχθηκαν για σωματική βλάβη με θανατηφόρο αποτέλεσμα, συμμετοχή σε επικίνδυνη πράξη και συγκάλυψη εγκλήματος. Λόγω της ηλικίας τους και της έλλειψης πλήρους αποδεικτικού στοιχείου (η σορός του θύματος που δεν βρέθηκε), δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση για πλήρη ανθρωποκτονία από πρόθεση. Ωστόσο, η σορός του Άλεξ δεν έχει ακόμα εντοπιστεί, παρότι έχουν εμφανιστεί μαρτυρίες και αναφορές για πιθανές ενδείξεις ή ύποπτες περιοχές ταφής, και παραμένει άγνωστο πού βρίσκεται.
Η υπόθεση είχε τεράστια δημοσιότητα και κοινωνικό αντίκτυπο, με την μητέρα να διεκδικεί διαρκώς δικαιοσύνη και πλήρη διαλεύκανση των γεγονότων, αλλά και να ζητά την ανασυγκρότηση των ερευνών για τον εντοπισμό της σορού του παιδιού της.
Σημείωση: Η υπόθεση του Άλεξ Μεσχισβίλι παραμένει υπό διερεύνηση και δεν έχει τελεσιδικήσει μέχρι σήμερα. Οι εμπλεκόμενοι ανήλικοι είχαν κατηγορηθεί για σωματική βλάβη με θανατηφόρο αποτέλεσμα και συγκάλυψη εγκλήματος, αλλά δεν υπάρχει δημόσια τελεσίδικη απόφαση για πλήρη ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Υπόθεση Κική Κούσογλου (2005)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της Κικής Κούσογλου αποτελεί μία από τις πιο συγκλονιστικές και πολυσυζητημένες γυναικοκτονίες που απασχόλησαν την ελληνική κοινωνία στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η Κική Κούσογλου, 20 ετών, από τη Βέροια, είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς τον Απρίλιο του 2005, όταν δεν επέστρεψε στο σπίτι της μετά από μια βραδινή έξοδο με τον πρώην σύντροφό της, τον Δάνο Μουρατίδη. Αρχικά η εξαφάνιση αντιμετωπίστηκε σαν ένα ανεξιχνίαστο περιστατικό, με τις Αρχές και την οικογένεια να αναζητούν την άτυχη νεαρή.
Η υπόθεση τελικά αποκαλύφθηκε μέσα από την επιμονή των ερευνών και, όπως αναφέρθηκε αργότερα από τα μέσα ενημέρωσης, ο Μουρατίδης ομολόγησε ότι στραγγάλισε την Κική μετά από έντονο καβγά, όταν βρήκε ένα μήνυμα στο κινητό της. Σύμφωνα με περιγραφές, τη δολοφόνησε ενώ εκείνη κοιμόταν και στη συνέχεια, με τη βοήθεια συγγενικού προσώπου, έθαψε το σώμα της στο φράγμα Ασωμάτων στην περιοχή του Αλιάκμονα για να αποκρύψει τα ίχνη του εγκλήματος.
Οι έρευνες περιλάμβαναν και τηλεφωνικά στοιχεία κινητής τηλεφωνίας που ανέδειξαν ότι ο δράστης και το θύμα βρίσκονταν στο ίδιο σημείο την κρίσιμη περίοδο, γεγονός που βοήθησε στη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Η υπόθεση της Κικής Κούσογλου σοκάρισε την κοινή γνώμη για τη σκληρότητα του εγκλήματος και τις προσπάθειες συγκάλυψης που ακολούθησαν, πριν τελικά αποκαλυφθεί η αλήθεια. Παραμένει ένα από τα πιο συζητημένα εγκλήματα στην Ελλάδα και έχει καταγραφεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έμφυλης βίας που οδήγησε σε τραγική κατάληξη.
Υπόθεση Θεόφιλου Σεχίδη (1996)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονίες από πρόθεση κατά συρροή
Η υπόθεση του Θεόφιλου Σεχίδη συγκλόνισε την Ελλάδα λόγω της ακραίας μορφής του εγκλήματος και τον αριθμό των θυμάτων. Ο Θεόφιλος Σεχίδης, όταν ήταν 24 ετών φοιτητής νομικής, τον Μαΐου του 1996 στη Θάσο σκότωσε πέντε μέλη της ίδιας του της οικογένειας: τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή, τη γιαγιά του και τον θείο του. Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, τα σκότωσε χωριστά μέσα στο ίδιο διάστημα, τεμάχισε τα σώματα και τοποθέτησε τα περισσότερα μέρη τους σε σακούλες απορριμμάτων, τις οποίες πέταξε σε χωματερή στην Καβάλα, ώστε να αποκρύψει τα ίχνη του εγκλήματος. Μόνο το πτώμα του θείου εντοπίστηκε από τις αρχές. Ο Σεχίδης δήλωσε αργότερα ότι πίστευε πως η οικογένειά του συνωμοτούσε εναντίον του και παρουσιάστηκε με ψυχολογικά προβλήματα στη διάρκεια της ανάκρισης.
Κατά την ποινική διαδικασία που ακολούθησε, ο Θεόφιλος Σεχίδης βρέθηκε ένοχος για ποινικά αδικήματα συμπεριλαμβανομένων πέντε ανθρωποκτονιών κατά συρροή, παράνομης οπλοφορίας και άλλων συναφών πράξεων, και καταδικάστηκε σε πολλαπλές ισόβιες κάθειρξεις από τα ελληνικά δικαστήρια. Οι δικαστικές αρχές αξιολόγησαν και ιατροδικαστικά και ψυχιατρικά στοιχεία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.
Μετά την καταδίκη του, ο Θεόφιλος Σεχίδης εξέτιε την ποινή του σε σωφρονιστικό κατάστημα, αρχικά στις φυλακές και αργότερα σε ψυχιατρική πτέρυγα, όπου το 2019 βρέθηκε νεκρός σε ηλικία περίπου 46 ετών. Η αιτία του θανάτου του αποδίδεται σε παθολογικά αίτια ενώ βρισκόταν στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού.
Η υπόθεση του Θεόφιλου Σεχίδη έχει μείνει στην ελληνική κοινή γνώμη ως μία από τις πιο ακραίες περιπτώσεις οικογενειακής βίας και μαζικής δολοφονίας, με εκτεταμένη δημοσιογραφική κάλυψη και ανάλυση για τα αίτια και τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του δράστη.
Υπόθεση Ζωής Γαρμανή (1987)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονία από πρόθεση
Η υπόθεση της Ζωής Γαρμανή αφορά μία από τις πιο ειδεχθείς γυναικοκτονίες που συνέβησαν στην Ελλάδα. Η Ζωή Γαρμανή, ηλικίας περίπου 18 ετών, δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της Παναγιώτη Φραντζή στη νύχτα της 24ης προς 25η Ιουνίου 1987 στην Αθήνα. Ο δράστης, μετά από έντονο καβγά και υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, στραγγάλισε τη νεαρή γυναίκα και στη συνέχεια προέβη σε τεμαχισμό του σώματός της, γεγονός που προκάλεσε σοκ στη κοινή γνώμη. Σε μία από τις σακούλες που είχε τοποθετήσει με τα κομμάτια του σώματος, βρέθηκε τυχαία από ρακοσυλλέκτη μια απόδειξη από κρεοπωλείο που οδήγησε τις Αρχές στη γρήγορη ταυτοποίηση του θύματος και τη σύλληψη του δράστη.
Ο Παναγιώτης Φραντζής παραπέμφθηκε σε δίκη με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από πρόθεση ιδιαζόντως ειδεχθή και περύβρισης νεκρού. Το δικαστήριο τού επέβαλε ισόβια κάθειρξη για το ειδεχθές έγκλημα. Στη συνέχεια, την 20η Οκτωβρίου 2005 του χορηγήθηκε υφ’ όρων απόλυση μετά από περίπου 18 χρόνια έκτισης της ποινής του , ένα γεγονός που είχε προκαλέσει συζητήσεις στα ΜΜΕ και στην κοινή γνώμη.
Η υπόθεση της Ζωής Γαρμανή παραμένει ένα από τα πλέον σοκαριστικά εγκλήματα των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα, τόσο για τη σκληρότητα της πράξης όσο και για τον τρόπο με τον οποίο επιχειρήθηκε η απόκρυψή της, προτού τελικά αποκαλυφθεί.
Υπόθεση Κυριάκου Παπαχρόνη (1981-1982)
Κατηγορία: Ανθρωποκτονίες από πρόθεση, απόπειρες ανθρωποκτονιών και βιασμών κατ’ εξακολούθηση.
Η υπόθεση του Κυριάκου Παπαχρόνη, ευρέως γνωστού στην Ελλάδα ως «Δράκος της Δράμας», αποτελεί μία από τις πιο γνωστές και σοκαριστικές εγκληματικές υποθέσεις στη χώρα. Ο Παπαχρόνης, γεννημένος το 1960 στην Ξάνθη και έφεδρος αξιωματικός, δραστηριοποιήθηκε κυρίως στη βόρεια Ελλάδα κατά την περίοδο 1981–1982, διαπράττοντας σειρά βίαιων εγκλημάτων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, σκότωσε τρεις γυναίκες και πραγματοποίησε πολλές απόπειρες ανθρωποκτονιών και απόπειρες βιασμών. Οι ενέργειές του περιλάμβαναν και απόπειρες εμπρησμών, ενώ η βία του και ο τρόπος δράσης του προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη.
Η σύλληψη του Παπαχρόνη έγινε στις 13 Δεκεμβρίου 1982, μετά από μαρτυρίες θυμάτων και μαρτυρικές καταθέσεις που τον ταυτοποίησαν ως δράστη των επιθέσεων. Στη δίκη που ακολούθησε, κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για ανθρωποκτονίες από πρόθεση, απόπειρες ανθρωποκτονιών και απόπειρες βιασμών, λαμβάνοντας ποινές που συνολικά περιλάμβαναν ισόβια κάθειρξη και επιπλέον έτη φυλάκισης για τις υπόλοιπες πράξεις του. Παρά την αρχική βαριά ποινή, αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 2004, μετά από περίπου 22 χρόνια κράτησης, υπό συγκεκριμένους όρους, και έκτοτε ζει σε επαρχιακή περιοχή της Ελλάδας χωρίς να έχει απασχολήσει εκ νέου τις αρχές.
Η υπόθεση αυτή παραμένει χαρακτηριστική στην ελληνική κοινωνία για τη σοβαρότητα και τη βιαιότητα των εγκλημάτων, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα θύματα κατάφεραν τελικά να συμβάλλουν στη σύλληψη του δράστη.